οδηγία


οδηγία
[одигиа] ουσ θ руководство, указание, директива.

Эллино-русский словарь. 2014.

Смотреть что такое "οδηγία" в других словарях:

  • ὁδηγία — ὁδηγίᾱ , ὁδηγία guiding fem nom/voc/acc dual ὁδηγίᾱ , ὁδηγία guiding fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁδηγίᾳ — ὁδηγίᾱͅ , ὁδηγία guiding fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οδηγία — η (ΑΜ ὁδηγία) [οδηγός] 1. υπόδειξη τής οδού 2. υπόδειξη τρόπου ενέργειας ή συμπεριφοράς νεοελλ. φρ. «οδηγία τής ΕΟΚ» πράξη τού Συμβουλίου ή τής Επιτροπής τής ΕΟΚ που δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται ως προς το επιδιωκόμενο… …   Dictionary of Greek

  • οδηγία — [одигиа] οοσ. Θ. руководство, указание, директива …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • οδηγία — η 1. η πράξη, η ενέργεια του οδηγώ, το να κανονίζει κάποιος την πορεία, το να δείχνει το δρόμο: Με τις οδηγίες του αγροφύλακα βγήκαμε από το δάσος στο δρόμο. 2. λεπτομερής εξήγηση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να γίνει κάτι, καθοδήγηση: Έδωσε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὁδηγίας — ὁδηγίᾱς , ὁδηγία guiding fem acc pl ὁδηγίᾱς , ὁδηγία guiding fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁδηγίαν — ὁδηγίᾱν , ὁδηγία guiding fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁδηγίαις — ὁδηγία guiding fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνταγή — (Ιατρ.). Γραπτές οδηγίες που αφορούν την ποιότητα, τη δόση, τη μορφή των φαρμάκων ή τον τρόπο παρασκευής τους. Οι οδηγίες γράφονται σε φύλλα χαρτιού, που στην κορυφή του έχει το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του γιατρού. Σ’ αυτήν αναφέρεται η… …   Dictionary of Greek

  • τηλεόραση — Μεταβίβαση σε απόσταση, μέσω καλώδιου ή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, και λήψη εικόνων. Η λειτουργία της τ. στηρίζεται σε ένα φυσικό φαινόμενο, που επιτρέπει τη μετατροπή των εικόνων σε ιδιαίτερη ηλεκτρική τάση. Ο σχηματισμός μιας ασπρόμαυρης… …   Dictionary of Greek

  • повѣсть — ПОВѢСТ|Ь (128), И с. 1.Сказание, повествование, рассказ: нъ ны ѹво [в др. сп. ѹбо] врем˫а. на коньць бл҃жнаго зовѣть ѥмѹже проити ѹбо слово лѣнить(с). проидѣть же ѡбако аще и дрѧхла ѥсть повѣсть. (τὸ διήγημα) ЖФСт к. XII, 162; о семь сътворивъше… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)